έλλειψη μικροεπεξεργαστών έχει προκαλέσει κινητοποίηση και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού

Η έλλειψη μικροεπεξεργαστών, εκ των παρενεργειών της πανδημίας που έπληξαν πολλούς κλάδους της βιομηχανίας και κατέδειξαν το μέγεθος του κινδύνου που εγκυμονεί η μεγάλη εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από την Κίνα, αλλά και γενικότερα από άλλες οικονομίες της Ασίας, έχει προκαλέσει κινητοποίηση και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στις ΗΠΑ, τα δύο σώματα του αμερικανικού Κογκρέσου ετοιμάζονται να εντάξουν στον προϋπολογισμό για την άμυνα τις δαπάνες που πρότεινε ο πρόεδρος Μπάιντεν για την αύξηση της παραγωγής μικροεπεξεργαστών εντός της επικράτειας των ΗΠΑ, μαζί με το νομοσχέδιο που στοχεύει να αναβαθμίσει την ανταγωνιστικότητα της υπερδύναμης έναντι της Κίνας.

Στα σχέδια της κυβέρνησης Μπάιντεν αναφέρθηκε χθες ο Τσακ Σούμερ, επικεφαλής των Δημοκρατικών της Γερουσίας, ο οποίος σημείωσε ότι θα εντάξει το νομοσχέδιο Μπάιντεν, ύψους σχεδόν 250 δισ. δολαρίων, για την έρευνα και την ανάπτυξη αλλά και την εγχώρια παραγωγή μικροεπεξεργαστών στον αμυντικό προϋπολογισμό. Οπως τόνισε, αιτία της κίνησης αυτής είναι ότι «η κρίση της εφοδιαστικής αλυσίδας χρειάζεται την προσοχή μας και δεν μπορούμε να περιμένουμε». Παράλληλα, ο πρόεδρος της επιτροπής ενόπλων δυνάμεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, Ανταμ Σμιθ, δήλωσε «απολύτως δεκτικός» στο να προστεθεί το νομοσχέδιο για τον ανταγωνισμό με την Κίνα και την εγχώρια παραγωγή μικροεπεξεργαστών ως μέτρο για την άμυνα της χώρας. Οπως αναφέρει το Bloomberg, η δήλωσή του καταδεικνύει πως διαμορφώνεται συναίνεση ανάμεσα στα δύο σώματα του αμερικανικού Κογκρέσου και οι σχετικές δαπάνες θα ενταχθούν τελικά στον αμυντικό προϋπολογισμό της υπερδύναμης.

Το εν λόγω νομοσχέδιο αποβλέπει στην αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας των ΗΠΑ έναντι της Κίνας με την εκτεταμένη χρηματοδότηση για έρευνα και ανάπτυξη στον μεταποιητικό τομέα καθώς και στην επιστημονική καινοτομία. Προβλέπει, άλλωστε, δαπάνες ύψους 52 δισ. δολαρίων που θα διατεθούν για εγγυήσεις και κίνητρα σε εταιρείες που ενδιαφέρονται να κατασκευάσουν εγκαταστάσεις παραγωγής μικροεπεξεργαστών εντός των ΗΠΑ. Το έχει εγκρίνει η Γερουσία από τον Ιούνιο με συναίνεση των δύο κομμάτων. Υπάρχουν, ωστόσο, αποκλίσεις στις θέσεις των δύο σωμάτων για το θέμα και οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται.

Από τους πρώτους μήνες του έτους, αμερικανικές βιομηχανίες έχουν σπεύσει να ανταποκριθούν στις προσπάθειες του προέδρου Μπάιντεν για αύξηση της εγχώριας παραγωγής μικροεπεξεργαστών. Ο Πατ Γκέλσινγκερ, διευθύνων σύμβουλος της Intel Corp, έχει από τον Απρίλιο δηλώσει πως η εταιρεία του επισπεύδει τα σχέδιά της και θα εγκαινιάσει την παραγωγή μικροεπεξεργαστών στα εργοστάσιά της πριν από το τέλος του έτους. Επίσης, οι διευθύνοντες σύμβουλοι βιομηχανικών κολοσσών, ανάμεσά τους εκείνοι των General Motors, Ford Motor και Chrysler, έχουν ζητήσει να υπάρξει μεγαλύτερη διαφάνεια στην εφοδιαστική αλυσίδα των μικροεπεξεργαστών, προκειμένου να περιοριστεί το πρόβλημα των ελλείψεων και παράλληλα να βελτιωθούν οι προβλέψεις για τη ζήτηση προκειμένου να αντιμετωπισθούν καλύτερα τυχόν μελλοντικές κρίσεις.

Το πρόβλημα με τους μικροεπεξεργαστές είναι πως ελέγχουν το 70% της παγκόσμιας αγοράς μόνο δύο βιομηχανίες, και οι δύο βρίσκονται στην Ασία: η TSMC της Ταϊβάν και η Samsung της Νότιας Κορέας. Στις ελλείψεις μικροεπεξεργαστών, εξάλλου, συνέδραμε σειρά παραγόντων με καταλύτη την πανδημία, καθώς τα lockdowns είχαν ως αποτέλεσμα να εκτιναχθεί στα ύψη η ζήτηση για καταναλωτικά ηλεκτρονικά προϊόντα. Η έλλειψη των μικροεπεξεργαστών, περίπου τους τελευταίους 12 μήνες, είναι παρενέργεια της πανδημίας και υπό την έννοια ότι τα μέτρα για την ανάσχεσή της ανάγκασαν τις βιομηχανίες να αναστείλουν την παραγωγή τους και να ακυρώσουν παραγγελίες, με συνέπεια να μην μπορούν να ανταποκριθούν στη θεαματική εκτόξευση που σημείωσε η παγκόσμια ζήτηση όταν άρχισαν να επαναλειτουργούν οι οικονομίες.

Πηγή: kathimerini.gr

Related Posts