Η οστεοπόρωση είναι μία από τις πιο συχνές παθήσεις των οστών.
Στους πάσχοντες παρατηρούνται μειωμένη οστική μάζα και διαταραχές στην αρχιτεκτονική της δομής των οστών που αυξάνει την επικινδυνότητα για κάταγμα.
Τα κατάγματα έχουν σημαντική επίπτωση στην ποιότητα ζωής και μειώνουν το προσδόκιμο επιβίωσης των οστεοπορωτικών ασθενών.
Συμπτώματα
Η οστεοπόρωση είναι μία «ύπουλη» νόσος. Μπορεί να περάσουν χρόνια με συνεχή αλλοίωση της οστικής μάζας έως ότου εμφανιστεί το πρώτο σύμπτωμα, που είναι το κάταγμα.
Ασθενείς που έχουν υποστεί ένα οστεοπορωτικό κάταγμα έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ενός επόμενου κατάγματος κατά 86%. Το συντριπτικό ποσοστό των οστεοπορωτικών καταγμάτων αφορούν τη σπονδυλική στήλη, την πηχεοκαρπική άρθρωση και το ισχίο. Επίσης οστεοπορωτικά κατάγματα μπορούν να εμφανιστούν και σε άλλα οστά.
Η πιο συχνή μορφή οστεοπόρωσης είναι η μετεμμηνοπαυσιακή, η οποία εμφανίζεται σε γυναίκες την περίοδο της εμμηνόπαυσης και είναι αλληλένδετη με τη μείωση οιστρογόνων, (πρωτοπαθής).
Η οστεοπόρωση των ηλικιωμένων εμφανίζεται μετά τα 70 και μπορεί να επηρεάσει και τα δύο φύλα.
Η δευτεροπαθής οστεοπόρωση εμφανίζεται είτε σε ασθενείς με συγκεκριμένες παθήσεις (π.χ. αυτοάνοσα ρευματικά νοσήματα: ρευματοειδής αρθρίτιδα, ΣΕΛ κ.ά.) είτε σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή που περιλαμβάνει κορτιζόνη, αντιεπιληπτικά χάπια κ.ά.
Διάγνωση
Η διάγνωση της οστεοπόρωσης είναι απλή και γίνεται με τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας.
Η οστική πυκνότητα (bone mineral density-BMD, g/cm2), αποτελεί την καθιερωμένη μέθοδο διάγνωσης της οστεοπόρωσης και παρακολούθησης των οστεοπορωτικών ασθενών.
Πότε πρέπει να γίνεται μέτρηση της οστικής πυκνότητας
- Σε όλες τις γυναίκες άνω των 65, είτε εμφανίζουν παράγοντες κινδύνου είτε όχι
- Σε γυναίκες και άνδρες που λαμβάνουν κορτιζόνη για μεγάλο χρονικό διάστημα
- Σε ασθενείς με παραμόρφωση σπονδύλων
- Σε ασθενείς που έχουν υποστεί κάταγμα
- Σε όλους όσους βρίσκονται ήδη σε θεραπεία για οστεοπόρωση, προκειμένου να αξιολογηθούν τα αποτελέσματα.
Πηγή:onmed.gr
















